ιδιωτικός
Grego
Declinação
Adjetivos oxítonos em ός,ή,ό (Demótico)
| singular | m | f | n | plural | m | f | n | |
|---|---|---|---|---|---|---|---|---|
| nom. | ιδιωτικός | ιδιωτική | ιδιωτικό | nom. | ιδιωτικοί | ιδιωτικές | ιδιωτικά | |
| gen. | ιδιωτικού | ιδιωτικής | ιδιωτικού | gen. | ιδιωτικών | ιδιωτικών | ιδιωτικών | |
| acus. | ιδιωτικό | ιδιωτική | ιδιωτικό | acus. | ιδιωτικούς | ιδιωτικές | ιδιωτικά | |
| voc. | ιδιωτικέ | ιδιωτική | ιδιωτικό | voc. | ιδιωτικοί | ιδιωτικές | ιδιωτικά |
Ver também
- ιδίωμα, ατος
- ίδιος, α, ο
- ιδιώτης, η
- ιδιωτισμός, ού
This article is issued from Wiktionary. The text is licensed under Creative Commons - Attribution - Sharealike. Additional terms may apply for the media files.