σχολαστικός
Grego
Declinação
Adjetivos oxítonos em ός,ή,ό (Demótico)
| singular | m | f | n | plural | m | f | n | |
|---|---|---|---|---|---|---|---|---|
| nom. | σχολαστικός | σχολαστική | σχολαστικό | nom. | σχολαστικοί | σχολαστικές | σχολαστικά | |
| gen. | σχολαστικού | σχολαστικής | σχολαστικού | gen. | σχολαστικών | σχολαστικών | σχολαστικών | |
| acus. | σχολαστικό | σχολαστική | σχολαστικό | acus. | σχολαστικούς | σχολαστικές | σχολαστικά | |
| voc. | σχολαστικέ | σχολαστική | σχολαστικό | voc. | σχολαστικοί | σχολαστικές | σχολαστικά |
Ver também
- σχολείο, ου
- σχολή, ής
- σχόλη, ης
- σχολαστικός, ή, ό
This article is issued from Wiktionary. The text is licensed under Creative Commons - Attribution - Sharealike. Additional terms may apply for the media files.